Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kampfkünste
01
πολεμικές τέχνες, τέχνες μάχης
traditionelle oder systematische Kunst der Selbstverteidigung oder des Kampfes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kampfkünste
πληθυντικός τύπος
Kampfkünste
Παραδείγματα
Er trainiert Kampfkünste.
Ασκείται στις πολεμικές τέχνες.



























