Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kuchenform
01
καλούπι για κέικ, καλούπι ψησίματος
Form, in der man Teig backt, um einen Kuchen zu erhalten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kuchenform
πληθυντικός τύπος
Kuchenformen
Παραδείγματα
Die Kuchenform hat eine Antihaftbeschichtung.
Το καλούπι για κέικ έχει αντικολλητική επίστρωση.



























