der luftkühler
luftkühler
lʊftky:lɐ
looftkyl

Ορισμός και σημασία του "luftkühler"στα γερμανικά

Der Luftkühler
01

ψυκτικός αέρα, ψυγείο αέρα

ein Gerät, das die Temperatur der Luft durch Verdunstung von Wasser senkt 
der Luftkühler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Luftkühler
γενική πτώση
Luftkühlers
Παραδείγματα
Ein Luftkühler ist in trockenen Klimazonen besonders effektiv. 

Ένας ψυκτήρας αέρα είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός σε ξηρά κλίματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store