Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Vitrinenschrank
01
ein Schrank mit Glasfenstern, in dem man Dinge wie Geschirr, Schmuck oder Sammlerstücke ausstellt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Vitrinenschranks
πληθυντικός τύπος
Vitrinenschränke
Παραδείγματα
Der Vitrinenschrank im Wohnzimmer enthält wertvolle Sammlerstücke.



























