Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Meeresfisch
01
θαλάσσιο ψάρι, ψάρια της θάλασσας
ein Fisch, der sein ganzes Leben im Salzwasser der Meere und Ozeane verbringt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Meeresfisches
πληθυντικός τύπος
Meeresfische
Παραδείγματα
Die kommerzielle Fischerei zielt hauptsächlich auf bestimmte Meeresfische wie Kabeljau und Thunfisch ab.
Η εμπορική αλιεία στοχεύει κυρίως σε συγκεκριμένα θαλάσσια ψάρια όπως ο μπακαλιάρος και ο τόνος.



























