Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Hundertfüßer
01
σαρανταποδαρούσα, σκωλήκας
Ein langes Gliederfüßer mit vielen Beinpaaren, das schnell kriecht und meist im Boden oder unter Steinen lebt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Hundertfüßer
γενική πτώση
Hundertfüßers
Παραδείγματα
Der Hundertfüßer bewegt sich rasch durch das Laub.
Η σαρανταποδαρούσα κινείται γρήγορα μέσα από τα φύλλα.



























