Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Hummer
[gender: masculine]
01
αστακός, αστακός θαλάσσιος
Ein großes Meerestier mit Scheren, das im Atlantik lebt und als Delikatesse gilt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Hummers
πληθυντικός τύπος
Hummer
Παραδείγματα
Der Hummer versteckt sich zwischen den Steinen am Meeresboden.
Ο αστακός κρύβεται ανάμεσα στα βράχια στον βυθό της θάλασσας.
Λεξικό Δέντρο
hummer
hum



























