der eisvogel
eisvogel
aɪ̯sfo:gl
aisfogl

Ορισμός και σημασία του "eisvogel"στα γερμανικά

01

αλκυόνα, ψαροπούλι

Ein kleiner, farbenprächtiger Vogel mit langem Schnabel, der Fische aus dem Wasser fängt 
der Eisvogel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Eisvögel
γενική πτώση
Eisvogels
Παραδείγματα
Der Eisvogel sitzt auf einem Ast über dem Fluss. 

Ο ψαροπούλι κάθεται σε ένα κλαδί πάνω από το ποτάμι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store