die hingabe
hin
ˈhɪn
hin
ga
ga:
ga
be

Ορισμός και σημασία του "hingabe"στα γερμανικά

01

αφοσίωση, πάθος

starke innere Zuwendung und voller persönlicher Einsatz 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Hingabe
Παραδείγματα
Sie pflegt ihren Garten mit großer Hingabe. 

Δείχνει πολλή αφοσίωση στη δουλειά.

02

αφοσίωση, αφιέρωση

die Bereitschaft, sich selbst für andere oder für eine Sache einzusetzen 
Παραδείγματα
Sie zeigte große Hingabe für ihre Familie. 

Έδειξε μεγάλη αφοσίωση για την οικογένειά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store