Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Grundwasser
[gender: neuter]
01
υπόγεια ύδατα, υπόγειο νερό
Wasser, das sich unter der Erde sammelt und im Boden gespeichert ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Grundwassers
Παραδείγματα
Brunnen holen Wasser aus dem Grundwasser.
Τα πηγάδια αντλούν νερό από τα υπόγεια ύδατα.
Λεξικό Δέντρο
grundwasser
grund
wasser



























