das grasland
gras
ˈgʁa:s
gras
land
lant
lant
grönland

Ορισμός και σημασία του "grasland"στα γερμανικά

01

λιβάδι, βοσκότοπος

weitläufiges, überwiegend mit Gräsern bewachsenes Landgebiet 
das Grasland definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Grasländer
γενική πτώση
Graslands
Παραδείγματα
Das Grasland ist grün und weit. 

Το λιβάδι είναι πράσινο και απέραντο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

grasland

gras

+

land

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store