Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gesangsverein
01
χορωδία, κλαμπ τραγουδιού
Eine Gruppe von Menschen, die gemeinsam singen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Gesangsvereine
γενική πτώση
Gesangsvereins
Παραδείγματα
Ich bin Mitglied im Gesangsverein unserer Stadt.
Είμαι μέλος του Gesangsverein της πόλης μας.
LanGeek



























