Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Geldwechsel
01
ανταλλαγή συναλλάγματος, γραφείο ανταλλαγής
Das Umtauschen von einer Währung in eine andere
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Geldwechsels
πληθυντικός τύπος
Geldwechsel
Παραδείγματα
Manche Touristen machen den Geldwechsel erst im Ausland.
Μερικοί τουρίστες κάνουν την ανταλλαγή νομισμάτων μόνο στο εξωτερικό.
Λεξικό Δέντρο
geldwechsel
geld
wechsel



























