Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Führungszeugnis
01
πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, πιστοποιητικό καλής συμπεριφοράς
Ein offizielles Dokument über das Strafregister einer Person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Führungszeugnisses
πληθυντικός τύπος
Führungszeugnisse
Παραδείγματα
Ohne Führungszeugnis darf man nicht arbeiten.
Χωρίς πιστοποιητικό ποινικού μητρώου δεν μπορείς να εργαστείς.



























