Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Freskomalerei
[gender: feminine]
01
τοιχογραφία, τοιχογραφική τέχνη
Eine Maltechnik, bei der Farben auf frischen Putz aufgetragen werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Freskomalerei
πληθυντικός τύπος
Freskomalereien
Παραδείγματα
Die Freskomalerei zeigt Szenen aus der Bibel.
Η τοιχογραφία δείχνει σκηνές από τη Βίβλο.



























