Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fehlschlag
[gender: masculine]
01
αποτυχία, αποτυχία
Ein Versuch, der nicht erfolgreich ist
Παραδείγματα
Trotz des Fehlschlags gab er nicht auf.
Παρά την αποτυχία, δεν τα παράτησε.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αποτυχία, αποτυχία