fehlschlag
fehlschlag
fe:lʃla:k
felshlak

Ορισμός και σημασία του "fehlschlag"στα γερμανικά

01

αποτυχία, αποτυχία

Ein Versuch, der nicht erfolgreich ist 
Fehlschlag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Fehlschlags
πληθυντικός τύπος
Fehlschläge
Παραδείγματα
Das Projekt war ein großer Fehlschlag. 

Το έργο ήταν μια μεγάλη αποτυχία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store