Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Erinnerungsvermögen
01
ικανότητα μνήμης, δεξιότητα ανάκλησης
Die Fähigkeit, sich an Dinge zu erinnern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Erinnerungsvermögens
Παραδείγματα
Stress kann das Erinnerungsvermögen beeinträchtigen.
Το άγχος μπορεί να επηρεάσει τη μνήμη.



























