der Dosenöffner

Ορισμός και σημασία του "dosenöffner"στα γερμανικά

Der Dosenöffner
[gender: masculine]
01

ανοιχτήρι κονσερβών, ανοιχτήρι τενεκεδών

Ein Werkzeug, mit dem man Dosen öffnen kann
der Dosenöffner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Dosenöffners
πληθυντικός τύπος
Dosenöffner
Παραδείγματα
Der Dosenöffner funktioniert gut und schnell.
Ο ανοιχτήρι κονσερβών λειτουργεί καλά και γρήγορα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store