Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Dosenöffner
[gender: masculine]
01
ανοιχτήρι κονσερβών, ανοιχτήρι τενεκεδών
Ein Werkzeug, mit dem man Dosen öffnen kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Dosenöffners
πληθυντικός τύπος
Dosenöffner
Παραδείγματα
Der Dosenöffner funktioniert gut und schnell.
Ο ανοιχτήρι κονσερβών λειτουργεί καλά και γρήγορα.



























