das chaiselongue
chai
ˈʃɛ:
she
se
longue
lɔng
lawng

Ορισμός και σημασία του "chaiselongue"στα γερμανικά

Das Chaiselongue
01

σεζλόνγκ, καναπές

ein langes Möbelstück, das zum Liegen oder Ausruhen dient und oft eine niedrige Rückenlehne hat 
das Chaiselongue definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Chaiselongues
γενική πτώση
Chaiselongue
Παραδείγματα
Die Chaiselongue ist aus weichem Stoff. 

Η ξαπλώστρα είναι κατασκευασμένη από μαλακό ύφασμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store