Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Chancengleichheit
[gender: feminine]
01
ισότητα ευκαιριών, ίσες ευκαιρίες
Der Zustand, in dem alle Menschen die gleichen Möglichkeiten haben
Παραδείγματα
Chancengleichheit sollte in jedem Bereich gewährleistet sein.
Η ισότητα των ευκαιριών θα πρέπει να είναι εγγυημένη σε κάθε τομέα.


























