Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Bogenschießen
01
τοξοβολία, αθλητική τοξοβολία
Sport, bei dem mit einem Bogen Pfeile auf ein Ziel geschossen werden.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Bogenschießens
Παραδείγματα
Ich übe Bogenschießen.
Εξασκούμαι στην τοξοβολία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bogenschießen
bogen
schießen



























