Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Bettwäsche
01
σεντόνια κρεβατιού, κλινοσκεπάσματα
Textilien wie Bezüge für Kissen und Decken, die das Bett bedecken
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Bettwäsche
Παραδείγματα
Ich habe neue Bettwäsche gekauft.
Αγόρασα καινούρια κουβέρτες και μαξιλάρια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bettwäsche
bett
wäsche



























