die bettwäsche
bett
ˈbɛt
bet
wäsch
ˌvɛʃ
vesh
e
ə
ē

Ορισμός και σημασία του "bettwäsche"στα γερμανικά

Die Bettwäsche
01

σεντόνια κρεβατιού, κλινοσκεπάσματα

Textilien wie Bezüge für Kissen und Decken, die das Bett bedecken 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Bettwäsche
Παραδείγματα
Ich habe neue Bettwäsche gekauft. 

Αγόρασα καινούρια κουβέρτες και μαξιλάρια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bettwäsche

bett

+

wäsche

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store