der baseball
baseball
be:sbo:l
besbol

Ορισμός και σημασία του "baseball"στα γερμανικά

01

μπέιζμπολ

amerikanische Mannschaftssportart, die mit Schläger und Ball gespielt wird 
der Baseball definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Baseball
Παραδείγματα
Ich spiele Baseball. 

Παίζω μπέιζμπολ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store