aktenordner
aktenordner
aktnʔɔɐ̯dnɐ
aktnawdn

Ορισμός και σημασία του "aktenordner"στα γερμανικά

01

φάκελος αρχείων, συλλέκτης εγγράφων

Ein Ordner zum Sammeln von Dokumenten 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Aktenordner
γενική πτώση
Aktenordners
Παραδείγματα
Ich habe alle Papiere im Aktenordner abgelegt. 

Αρχειοθέτησα όλα τα έγγραφα στον φάκελο αρχείων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store