auschecken
Pronunciation
/ˈaʊsçˌɛkən/

Ορισμός και σημασία του "auschecken"στα γερμανικά

auschecken
01

κάνω check-out, αφήνω το ξενοδοχείο

Ein Hotel oder eine Unterkunft offiziell verlassen und abrechnen
auschecken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
checken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
checke aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
checkt aus
ενεστώτα μετοχή
auscheckend
απλός αόριστος
checkte aus
παθητική μετοχή
ausgecheckt
Παραδείγματα
Beim Auschecken zahlte er mit Kreditkarte.
Κατά την ολοκλήρωση της παραμονής, πλήρωσε με πιστωτική κάρτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store