Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auschecken
01
κάνω check-out, αφήνω το ξενοδοχείο
Ein Hotel oder eine Unterkunft offiziell verlassen und abrechnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
checken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
checke aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
checkt aus
ενεστώτα μετοχή
auscheckend
απλός αόριστος
checkte aus
παθητική μετοχή
ausgecheckt
Παραδείγματα
Wir müssen bis 11 Uhr auschecken.
Πρέπει να κάνουμε check-out μέχρι τις 11.



























