Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Radiosender
01
ραδιοφωνικός σταθμός, ραδιοφωνικό κανάλι
Eine Organisation, die Radioprogramme sendet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Radiosenders
πληθυντικός τύπος
Radiosender
Παραδείγματα
Der Radiosender hat eine große Hörerschaft.
Ο ραδιοφωνικός σταθμός έχει μεγάλο κοινό.



























