Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Experimentierstadium
01
πειραματικό στάδιο, πειραματική φάση
Eine Phase, in der etwas getestet oder ausprobiert wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Experimentierstadien
γενική πτώση
Experimentierstadiums
Παραδείγματα
Das Projekt befindet sich noch im Experimentierstadium.
Το έργο βρίσκεται ακόμη στο πειραματικό στάδιο.
LanGeek



























