Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fernsteuern
01
τηλεχειρίζομαι, ελέγχω από απόσταση
Etwas oder jemanden aus der Distanz durch technische Hilfsmittel lenken oder beeinflussen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fernsteuere
γ΄ ενικό πρόσωπο
fernsteuert
ενεστώτα μετοχή
fernsteuernd
απλός αόριστος
steuerte fern
παθητική μετοχή
hat ferngesteuert
Παραδείγματα
Der Operator kann den Roboter aus mehreren Kilometern Entfernung fernsteuern.
Ο χειριστής μπορεί να ελέγχει εξ αποστάσεως το ρομπότ από απόσταση αρκετών χιλιομέτρων.



























