Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ranghöherer
01
ανώτερος
Eine Person, die in einer Hierarchie eine höhere Position einnimmt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ranghöhere(n)
αρσενικό ενικό
Ranghöherer
θηλυκό ενικό
Ranghöhere
neutral form
höhergestellte Person
γενική πτώση
Ranghöheren
Παραδείγματα
Jeder Ranghöhere trägt mehr Verantwortung.
Κάθε ανώτερος φέρει περισσότερη ευθύνη.
LanGeek



























