Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Spannungsbogen
[gender: masculine]
01
τόξο έντασης, καμπύλη έντασης
Die dramaturgische Gestaltung von Spannung in einer Erzählung oder Aufführung, die das Interesse des Publikums aufrechterhält
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Spannungsbogens
πληθυντικός τύπος
Spannungsbogen
Παραδείγματα
Der Autor hat den Spannungsbogen meisterhaft gestaltet.
Ο συγγραφέας σχεδίασε με μεγαλοφυΐα το τόξο της έντασης.



























