Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Nutzfläche
01
χρησιμοποιήσιμη επιφάνεια, ωφέλιμη επιφάνεια
Die tatsächlich nutzbare Fläche eines Gebäudes oder Raumes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Nutzfläche
πληθυντικός τύπος
Nutzflächen
Παραδείγματα
Die Nutzfläche der Wohnung beträgt 80 Quadratmeter.
Η χρησιμοποιήσιμη επιφάνεια του διαμερίσματος είναι 80 τετραγωνικά μέτρα.



























