der nutzfläche
nutzfläche
nʊt͡sflɛçə
nootsflechē
nutz­flä­che

Ορισμός και σημασία του "nutzfläche"στα γερμανικά

Der Nutzfläche
01

χρησιμοποιήσιμη επιφάνεια, ωφέλιμη επιφάνεια

Die tatsächlich nutzbare Fläche eines Gebäudes oder Raumes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Nutzfläche
πληθυντικός τύπος
Nutzflächen
Παραδείγματα
Die Nutzfläche der Wohnung beträgt 80 Quadratmeter. 

Η χρησιμοποιήσιμη επιφάνεια του διαμερίσματος είναι 80 τετραγωνικά μέτρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store