Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hineinversetzen
01
βάζω τον εαυτό μου στη θέση κάποιου, συμπάσχω
Sich gedanklich in eine andere Person oder Situation versetzen, um sie besser zu verstehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
hinein
βασικό ρήμα
versetzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
versetze hinein
γ΄ ενικό πρόσωπο
versetzt hinein
ενεστώτα μετοχή
hineinversetzend
απλός αόριστος
versetzte hinein
παθητική μετοχή
hineinversetzt
Παραδείγματα
Versetz dich mal in meine Lage!
Βάλε τον εαυτό σου στη θέση μου !



























