Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zurechtfinden
[past form: fand zurecht]
01
προσανατολίζομαι, βρίσκω το δρόμο
Die Fähigkeit, sich in einem Raum oder Gebiet zu orientieren und den richtigen Weg zu finden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
zurecht
βασικό ρήμα
finden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
finde zurecht
γ΄ ενικό πρόσωπο
findet zurecht
ενεστώτα μετοχή
zurechtfindend
απλός αόριστος
fand zurecht
παθητική μετοχή
zurechtgefunden
Παραδείγματα
Kinder fanden sich im Wald nicht mehr zurecht.
Τα παιδιά δεν μπορούσαν πλέον να προσανατολιστούν στο δάσος.
02
προσαρμόζομαι, προσανατολίζομαι
Mit einer neuen Situation, Aufgabe oder Umgebung klar kommen
Παραδείγματα
Kinder finden sich schneller an neue Schulen zurecht.
Τα παιδιά προσανατολίζονται πιο γρήγορα σε νέα σχολεία.



























