Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zurechtfinden
01
προσανατολίζομαι, βρίσκω το δρόμο
Die Fähigkeit, sich in einem Raum oder Gebiet zu orientieren und den richtigen Weg zu finden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
zurecht
βασικό ρήμα
finden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
finde zurecht
γ΄ ενικό πρόσωπο
findet zurecht
ενεστώτα μετοχή
zurechtfindend
απλός αόριστος
fand zurecht
παθητική μετοχή
zurechtgefunden
Παραδείγματα
Im Großstadt-Dschungel finde ich mich nie zurecht.
Στην αστική ζούγκλα, δεν βρίσκω ποτέ το δρόμο μου.
02
προσαρμόζομαι, προσανατολίζομαι
Mit einer neuen Situation, Aufgabe oder Umgebung klar kommen
Παραδείγματα
Nach dem Umzug fand sie sich schnell in der Schule zurecht.
Μετά τη μετακόμιση, προσαρμόστηκε γρήγορα στο σχολείο.



























