Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Grundsicherung
01
βασική κοινωνική ασφάλιση, ελάχιστη κοινωνική βοήθεια
Eine staatliche Leistung zur Sicherung des existenziellen Mindestbedarfs für Personen, die ihren Lebensunterhalt nicht selbst bestreiten können
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Grundsicherungen
γενική πτώση
Grundsicherung
Παραδείγματα
Sie beantragte Grundsicherung im Alter.
Υπέβαλε αίτηση για εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα στη γηρατειά.
LanGeek



























