Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
die Sozialpädagogik
/zˈoːtsiːˌalpɛːdˌɑɡoːɡˌiːk/
Die Sozialpädagogik
01
κοινωνική παιδαγωγική, κοινωνική εκπαίδευση
Ein Teilgebiet der Pädagogik, das sich mit der Förderung sozialer Kompetenzen und der Integration benachteiligter Gruppen befasst
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Sozialpädagogik
πληθυντικός τύπος
Sozialpädagogiken
Παραδείγματα
Moderne Sozialpädagogik erforscht digitale Medienkompetenz bei Teenagern.
Η σύγχρονη κοινωνική παιδαγωγική ερευνά την ψηφιακή ικανότητα στα μέσα ενημέρωσης στους εφήβους.



























