Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Sozialpädagogik
01
κοινωνική παιδαγωγική, κοινωνική εκπαίδευση
Ein Teilgebiet der Pädagogik, das sich mit der Förderung sozialer Kompetenzen und der Integration benachteiligter Gruppen befasst
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Sozialpädagogiken
γενική πτώση
Sozialpädagogik
Παραδείγματα
Sie hat Sozialpädagogik mit Schwerpunkt Jugendarbeit studiert.
Σπούδασε κοινωνική παιδαγωγική με εστίαση στην εργασία με νέους.
LanGeek



























