Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufrunden
01
στρογγυλοποίηση προς τα πάνω, στρογγυλοποίηση προς τα επάνω
Eine Zahl auf die nächsthöhere, runde Zahl erhöhen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
runden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
runde auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
rundet auf
ενεστώτα μετοχή
aufrundend
απλός αόριστος
rundete auf
παθητική μετοχή
aufgerundet
Παραδείγματα
Beim Trinkgeld runde ich gerne auf, z.B. von 17,40 € auf 18 €.
Στα φιλοδωρήματα, μου αρέσει να στρογγυλεύω προς τα πάνω, για παράδειγμα από 17,40 € σε 18 €.



























