Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Minijobber
01
εργάτης μερικής απασχόλησης, υπάλληλος σε μίνι-εργασία
Eine Person, die einen kleinen, meist gering bezahlten Nebenjob ausübt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
minijobbers
πληθυντικός τύπος
minijobber
Παραδείγματα
Der Minijobber arbeitet nur zehn Stunden pro Woche.
Ο minijobber εργάζεται μόνο δέκα ώρες την εβδομάδα.



























