der minijobber
minijobber
mi:nid͡ʒɔbɐ
minidzhawb

Ορισμός και σημασία του "minijobber"στα γερμανικά

Der Minijobber
01

εργάτης μερικής απασχόλησης, υπάλληλος σε μίνι-εργασία

Eine Person, die einen kleinen, meist gering bezahlten Nebenjob ausübt 
der Minijobber definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
minijobber
αρσενικό ενικό
Minijobber
θηλυκό ενικό
Minijobberin
neutral form
Minijobbende
γενική πτώση
minijobbers
Παραδείγματα
Der Minijobber arbeitet nur zehn Stunden pro Woche. 

Ο minijobber εργάζεται μόνο δέκα ώρες την εβδομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store