Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hautnah
01
πολύ κοντά, άμεσος
Etwas, das sehr nah, intensiv oder unmittelbar erlebt wird, oft mit emotionaler Wirkung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am hautnahesten
συγκριτικός βαθμός
hautnaher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Reportage zeigt hautnah, wie die Feuerwehr arbeitet.
Το ρεπορτάζ δείχνει από κοντά πώς δουλεύουν οι πυροσβέστες.



























