Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erholungsbedürftig
01
χρειάζεται ανάπαυση, απαιτεί ανάκτηση
In einem Zustand, der Erholung oder Ruhe erfordert
Παραδείγματα
Die Bergsteiger waren nach der Rettung völlig erholungsbedürftig.
Οι ορειβάτες ήταν εντελώς ανάγκη ξεκούρασης μετά τη διάσωση.


























