Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
herausfiltern
[past form: herausfilterte]
01
φιλτράρω, εξάγω
Bestimmte Informationen oder Elemente aus einer Menge isolieren oder extrahieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
heraus
βασικό ρήμα
filtern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
filtere heraus
γ΄ ενικό πρόσωπο
filtert heraus
ενεστώτα μετοχή
herausfilternd
απλός αόριστος
herausfilterte
παθητική μετοχή
herausgefiltert
Παραδείγματα
Kannst du die Fehler aus dem Text herausfiltern?
Μπορείς να φιλτράρεις τα λάθη από το κείμενο;



























