Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
herausfiltern
01
φιλτράρω, εξάγω
Bestimmte Informationen oder Elemente aus einer Menge isolieren oder extrahieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
heraus
βασικό ρήμα
filtern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
filtere heraus
γ΄ ενικό πρόσωπο
filtert heraus
ενεστώτα μετοχή
herausfilternd
απλός αόριστος
herausfilterte
παθητική μετοχή
herausgefiltert
Παραδείγματα
Der Algorithmus filtert relevante Daten heraus.
Ο αλγόριθμος φιλτράρει τα σχετικά δεδομένα.



























