der stylist
sty
ˈʃty:
shty
list
lɪst
list

Ορισμός και σημασία του "stylist"στα γερμανικά

01

στυλίστας, σύμβουλος εικόνας

Ein Experte, der Menschen oder Produkte modisch in Szene setzt 
der Stylist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Stylisten
αρσενικό ενικό
Stylist
θηλυκό ενικό
Stylistin
neutral form
Styling-Experte/Styling-Expertin
γενική πτώση
Stylisten
Παραδείγματα
Der Stylist wählte ein elegantes Outfit für die Gala. 

Ο στυλίστας επέλεξε μια κομψή στολή για τη γκαλά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stylist
style
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store