Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Großleinwand
[gender: feminine]
01
μεγάλη οθόνη, γιγαντιαία οθόνη
Eine besonders große Projektionsfläche in Kinos oder bei Veranstaltungen, die für Filmvorführungen oder visuelle Darbietungen genutzt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Leinwand
πληθυντικός τύπος
Leinwände
Παραδείγματα
Diese Dokumentation wirkt auf der Großleinwand atemberaubend.
Αυτή η ντοκιμαντέρ φαίνεται συναρπαστική στην μεγάλη οθόνη.



























