Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
durchsetzungsstark
01
αποφασιστικός, ενεργητικός
Die Fähigkeit besitzend, eigene Interessen oder Ziele auch gegen Widerstände erfolgreich zu verwirklichen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am durchsetzungsstärksten
συγκριτικός βαθμός
durchsetzungsstärker
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ihre durchsetzungsstarke Verhandlungstaktik sicherte den besten Preis.
Η αποφασιστική τακτική διαπραγμάτευσης της εξασφάλισε την καλύτερη τιμή.



























