Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
übertrumpfen
01
ξεπεράσω, υπερτερώ
Jemanden durch bessere Leistung oder Angebot übertreffen, besonders im Wettbewerb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
übertrumpfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
übertrumpft
ενεστώτα μετοχή
übertrumpfend
απλός αόριστος
übertrumpfte
παθητική μετοχή
übertrumpft
Παραδείγματα
Er übertrumpfte alle Konkurrenten mit seinem Angebot.
Αυτός υπερέβη όλους τους ανταγωνιστές με την προσφορά του.



























