Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
übertreiben
01
υπερβάλλω, υπερβάλλω
Etwas stärker oder bedeutender darstellen, als es wirklich ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
treiben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
übertreibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
übertreibt
ενεστώτα μετοχή
übertreibend
απλός αόριστος
übertrieb
παθητική μετοχή
übertrieben
Παραδείγματα
Sie hat ihre Schmerzen übertrieben dargestellt.
Αυτή υπερέβαλε τους πόνους της.



























