übel
übel
y:bl
υμπλ

Ορισμός και σημασία του "übel"στα γερμανικά

01

ναυτιώδης, με ναυτία

Sich krank oder mit Übelkeit fühlen 
übel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am übelsten
συγκριτικός βαθμός
übler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Gesundheit, Empfindung
Παραδείγματα
Mir ist übel nach dem Essen. 

Αισθάνομαι ναυτία μετά το φαγητό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store