österreichisch
ös
ˈø:s
ёσ
te
τα
rrei
ʁaɪ̯
ραι
chisch
çɪʃ
χισ

Ορισμός και σημασία του "österreichisch"στα γερμανικά

österreichisch
01

αυστριακός, αυστριακή

Alles, was zu Österreich gehört oder mit Österreich zu tun hat 
österreichisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Geografie, Kultur, Identität
Παραδείγματα
Ich mag österreichisches Essen. 

Μου αρέσει το αυστριακό φαγητό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store