der züchter
züch
ˈtsʏç
τσüχ
ter
τ

Ορισμός και σημασία του "züchter"στα γερμανικά

01

εκτροφέας, επιλογέας

Eine Person, die Tiere oder Pflanzen gezielt vermehrt 
der Züchter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Züchter
αρσενικό ενικό
Züchter
θηλυκό ενικό
Züchterin
neutral form
Züchter:in
γενική πτώση
Züchters
Παραδείγματα
Der Züchter verkauft junge Hunde. 

Ο εκτροφέας πουλάει νέα σκυλιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store