der Züchter

Ορισμός και σημασία του "züchter"στα γερμανικά

01

εκτροφέας, επιλογέας

Eine Person, die Tiere oder Pflanzen gezielt vermehrt
der Züchter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Züchters
πληθυντικός τύπος
Züchter
Παραδείγματα
Der Züchter hat viel Erfahrung mit Pferden.
Ο εκτροφέας έχει πολλή εμπειρία με άλογα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store