Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zwischendurch
01
εν τω μεταξύ, πότε πότε
In der Zeit dazwischen, gelegentlich oder nebenbei
Παραδείγματα
Ich lese zwischendurch ein Buch.
Διαβάζω κάθε τόσο ένα βιβλίο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εν τω μεταξύ, πότε πότε