Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zwinkern
01
κλείνω το μάτι, κάνω νόημα με το μάτι
Mit einem Auge schnell zukneifen, oft als Zeichen von Humor oder Freundlichkeit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zwinkere
γ΄ ενικό πρόσωπο
zwinkert
ενεστώτα μετοχή
zwinkernd
απλός αόριστος
zwinkerte
παθητική μετοχή
gezwinkert
Παραδείγματα
Sie zwinkert ihm heimlich zu.
Αυτή του κλείνει το μάτι κρυφά.



























